πλήρωμα


πλήρωμα
τὸ πλήρωμα, ατος ['наполнение'] 1. содержание; 2. переполнение, полнота

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πλήρωμα" в других словарях:

  • πλήρωμα — το 1) экипаж, команда, личный состав; 2) верующие христиане, члены Церкви, духовенство и народ: ΦΡ. το Χριστεπώνυμο πλήρωμα христиане …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Πλήρωμα —         (pleroma) (греч.) полнота. У гностиков полнота божеств. абсолюта, порождающего эоны. Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С. М. Ковалёв, В. Г. Панов. 1983 …   Философская энциклопедия

  • πλήρωμα — that which fills neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλήρωμα — το, ΝΜΑ, και πλέρωμα Ν [πληρώ / πληρώνω] 1. ναυτ. το σύνολο τών υπηρετούντων ή εργαζομένων σε ένα πολεμικό ή εμπορικό πλοίο αξιωματικών και κατωτέρων, εκτός από τον κυβερνήτη ή τον πλοίαρχο, κν., σημέρα, τσούρμο 2. φρ. «το πλήρωμα τού χρόνου»… …   Dictionary of Greek

  • πλήρωμα — το, ατος 1. γέμισμα ή καθετί που χρησιμεύει για γέμισμα. 2. το σύνολο των προσώπων που υπηρετούν σε πλοίο ή σε αεροπλάνο: Αγνοούνται ορισμένα μέλη του πληρώματος. 3. συμπλήρωμα: Το πλήρωμα του χρόνου. 4. το σύνολο των πιστών: Το πλήρωμα της… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλήρωμα — [плирома] ουσ. о. команда, экипаж (парохода и т. п.) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πλήρωμα του χρόνου — το исполнение времен, конец света …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πλήρωμ' — πλήρωμα , πλήρωμα that which fills neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληρωμάτων — πλήρωμα that which fills neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληρώμασι — πλήρωμα that which fills neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληρώμασιν — πλήρωμα that which fills neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)